feasible
fea
ˈfi:
φι
sible
zəbl
ζαμπλ

Ορισμός και σημασία του "feasible"στα αγγλικά

01

εφικτός, πραγματοποιήσιμος

having the potential of being done successfully 
feasible definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most feasible
συγκριτικός βαθμός
more feasible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
planning, evaluation, possibility
Παραδείγματα
The project manager determined that the proposed plan was feasible given the available resources and timeline. 

Ο διαχειριστής του έργου κατέληξε ότι το προτεινόμενο σχέδιο ήταν εφικτό δεδομένων των διαθέσιμων πόρων και του χρονοδιαγράμματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

defeasible
feasibility
feasibleness
feasible
feas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store