fatigued
fa
tigued
ˈti:gd
tigd
intrigued

Ορισμός και σημασία του "fatigued"στα αγγλικά

01

εξαντλημένος, κουρασμένος

experiencing extreme exhaustion 
fatigued definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fatigued
συγκριτικός βαθμός
more fatigued
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, state, physiology
Παραδείγματα
After working three consecutive night shifts, she felt completely fatigued and could barely keep her eyes open. 

Μετά από τρεις διαδοχικές νυχτερινές βάρδιες, αισθανόταν εντελώς εξουθενωμένη και μόλις που μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fatigued
fatigue
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store