Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fathom
01
κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
to understand and make sense of something after giving it a lot of thought
Transitive: to fathom a concept or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fathom
γ΄ ενικό πρόσωπο
fathoms
ενεστώτα μετοχή
fathoming
απλός αόριστος
fathomed
παθητική μετοχή
fathomed
Παραδείγματα
Scientists work together to fathom the mysteries of the universe.
Οι επιστήμονες συνεργάζονται για να κατανοήσουν τα μυστήρια του σύμπαντος.
02
μετρώ το βάθος, βυθομετρώ
to measure how deep something, like water, is
Transitive: to fathom a body of water
Παραδείγματα
The captain ordered the crew to fathom the water to ensure the ship ’s safety.
Ο καπετάνιος διέταξε το πλήρωμα να μετρήσει το βάθος του νερού για να διασφαλίσει την ασφάλεια του πλοίου.
Fathom
01
οργυιά, fathom
a linear unit of measurement (equal to 6 feet) for water depth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fathoms
02
οργυιά (μονάδα όγκου (ίση με 6 κυβικά πόδια) που χρησιμοποιείται στη μέτρηση ορυκτών μαζών), ορυκτή οργυιά
(mining) a unit of volume (equal to 6 cubic feet) used in measuring bodies of ore



























