to fathom
fa
ˈfæ
thom
ðəm
dhēm

Ορισμός και σημασία του "fathom"στα αγγλικά

to fathom
01

κατανοώ, αντιλαμβάνομαι

to understand and make sense of something after giving it a lot of thought 
Transitive: to fathom a concept or idea
to fathom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fathom
γ΄ ενικό πρόσωπο
fathoms
ενεστώτα μετοχή
fathoming
απλός αόριστος
fathomed
παθητική μετοχή
fathomed
Παραδείγματα
The novel's intricate plot required readers to fathom the characters' motivations. 

Η περίπλοκη πλοκή του μυθιστορήματος απαιτούσε από τους αναγνώστες να κατανοήσουν τα κίνητρα των χαρακτήρων.

02

μετρώ το βάθος, βυθομετρώ

to measure how deep something, like water, is 
Transitive: to fathom a body of water
Παραδείγματα
They had to fathom the lake to ensure the boat could safely navigate. 

Έπρεπε να μετρήσουν το βάθος της λίμνης για να διασφαλίσουν ότι το σκάφος μπορούσε να πλεύσει με ασφάλεια.

01

οργυιά, fathom

a linear unit of measurement (equal to 6 feet) for water depth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fathoms
02

οργυιά (μονάδα όγκου (ίση με 6 κυβικά πόδια) που χρησιμοποιείται στη μέτρηση ορυκτών μαζών), ορυκτή οργυιά

(mining) a unit of volume (equal to 6 cubic feet) used in measuring bodies of ore 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store