fatso
fat
ˈfæt
φαιτ
so
soʊ
σου
/fˈætsə‌ʊ/

Ορισμός και σημασία του "fatso"στα αγγλικά

01

χοντρέ, χοντρούλης

an overweight or obese person
fatso definition and meaning
Offensive
Slang
Παραδείγματα
The comedian made a joke about being a fatso, but the audience did n't know how to react.
Ο κωμικός έκανε ένα αστείο για το ότι είναι χοντρός, αλλά το κοινό δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store