fatso
fat
ˈfæt
φαιτ
so
səʊ
σεου
matzo

Ορισμός και σημασία του "fatso"στα αγγλικά

01

χοντρέ, χοντρούλης

an overweight or obese person 
fatso definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fatsoes
Παραδείγματα
Hey fatso, could you scoot over and make some room on the couch? 

Έι χοντρέ, θα μπορούσες να κουνήσεις λίγο και να κάνεις λίγο χώρο στον καναπέ ;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store