aweary
a
ə
ē
wea
ˈwɪə
vie
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "aweary"στα αγγλικά

01

κουρασμένος, εξαντλημένος

having great physical or emotional tiredness, often as a result of extended effort or strain 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aweary
συγκριτικός βαθμός
more aweary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She sat down, feeling aweary after a long day of work. 

Κάθισε, νιώθοντας κουρασμένη μετά από μια μακρά μέρα δουλειάς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store