fatherland
fa
ˈfɑ:
faa
ther
ðə
dhē
land
lænd
lānd

Ορισμός και σημασία του "fatherland"στα αγγλικά

01

πατρίδα, γη των προγόνων

a person's native country, especially when considered with a sense of patriotic loyalty or national pride 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fatherlands
Παραδείγματα
After many years abroad, he finally returned to his fatherland to reunite with family. 

Μετά από πολλά χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψε τελικά στην πατρίδα του για να επανενωθεί με την οικογένειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store