Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faraway
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faraway
συγκριτικός βαθμός
more faraway
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He dreamed of traveling to faraway lands filled with adventure.
Ονειρευόταν να ταξιδεύει σε μακρινά μέρη γεμάτα περιπέτεια.
02
μακρινός, αφηρημένος
having a distracted or distant focus, as if lost in thought or unaware of one’s surroundings
Παραδείγματα
She had a faraway look, her mind clearly elsewhere.
Είχε ένα μακρινό βλέμμα, το μυαλό της ήταν ξεκάθαρα αλλού.
Λεξικό Δέντρο
farawayness
faraway
far
away



























