fain
fain
feɪn
fein
fagin

Ορισμός και σημασία του "fain"στα αγγλικά

01

πρόθυμα, με χαρά

willingly or gladly 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
I would fain go with thee, if thou wilt have me. 

Θα πήγαινα με χαρά μαζί σου, αν με θέλεις.

01

έτοιμος, προετοιμασμένος

having made preparations 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fainest
συγκριτικός βαθμός
fainer
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store