failson
fail
ˈfeɪl
φειλ
son
sʌn
σαν

Ορισμός και σημασία του "failson"στα αγγλικά

01

αποτυχημένος γιος, ανίκανος κληρονόμος

an underachieving son of a wealthy or prominent family, seen as living off privilege without success 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
failsons
αρσενικό ενικό
failson
θηλυκό ενικό
faildaughter
neutral form
failure
Παραδείγματα
The tabloids love to write about that billionaire's failson. 

Στα ταμπλόιντ αρέσει να γράφουν για τον αποτυχημένο γιο αυτού του δισεκατομμυριούχου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store