failson
fail
ˈfeɪl
φειλ
son
sʌn
σαν
/fˈeɪlsən/

Ορισμός και σημασία του "failson"στα αγγλικά

01

αποτυχημένος γιος, ανίκανος κληρονόμος

an underachieving son of a wealthy or prominent family, seen as living off privilege without success
Slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
failsons
Παραδείγματα
That failson spends more time partying than working.
Αυτός ο αποτυχημένος γιος περνά περισσότερο χρόνο σε πάρτι παρά στη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store