exuberant
ex
ɪg
ig
u
ˈzju:
zyoo
be
rant
rənt
rēnt

Ορισμός και σημασία του "exuberant"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, γεμάτος ενέργεια

filled with lively energy and excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exuberant
συγκριτικός βαθμός
more exuberant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children's exuberant laughter echoed throughout the park as they played. 

Το ζωηρό γέλιο των παιδιών ηχούσε σε όλο το πάρκο καθώς έπαιζαν.

02

αφθονώδης, πλούσια αναπτυσσόμενος

characterized by unusually rich or excessive growth or production 
Παραδείγματα
The garden was filled with exuberant blooms in every color. 

Ο κήπος ήταν γεμάτος με πλούσια λουλούδια σε κάθε χρώμα.

Λεξικό Δέντρο

exuberantly
exuberant
exuber
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store