Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exuviate
01
εκδύομαι, ρίχνω φτερά
cast off hair, skin, horn, or feathers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exuviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exuviates
ενεστώτα μετοχή
exuviating
απλός αόριστος
exuviated
παθητική μετοχή
exuviated



























