exuviate
e
ɛ
ε
xu
ˈgzju:
γκζγου
viate
ˌvɪeɪt
βιειτ
/ɛɡzjˈuːvɪˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "exuviate"στα αγγλικά

to exuviate
01

εκδύομαι, ρίχνω φτερά

cast off hair, skin, horn, or feathers
to exuviate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exuviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exuviates
ενεστώτα μετοχή
exuviating
απλός αόριστος
exuviated
παθητική μετοχή
exuviated
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store