Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animated
01
κινούμενος, κινουμένων σχεδίων
(of images or drawings in a movie) made to appear as if they are in motion
Παραδείγματα
She made an animated short film for her art project.
Έκανε μια κινούμενη ταινία μικρού μήκους για το καλλιτεχνικό της πρότζεκτ.
02
ζωηρός, ενεργητικός
full of lively energy and enthusiasm, often displaying a sense of excitement or movement
Παραδείγματα
The animated atmosphere at the festival was filled with music, dancing, and vibrant decorations.
Η ζωντανή ατμόσφαιρα του φεστιβάλ ήταν γεμάτη μουσική, χορό και ζωηρές διακοσμήσεις.
Λεξικό Δέντρο
animatedly
reanimated
unanimated
animated
animate
anim



























