Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
animated
01
κινούμενος, κινουμένων σχεδίων
(of images or drawings in a movie) made to appear as if they are in motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most animated
συγκριτικός βαθμός
more animated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The animated movie was a hit with children and adults alike.
Η κινούμενη ταινία ήταν επιτυχία τόσο με τα παιδιά όσο και με τους ενήλικες.
02
ζωηρός, ενεργητικός
full of lively energy and enthusiasm, often displaying a sense of excitement or movement
Παραδείγματα
Her animated performance on stage captivated the audience and brought the character to life.
Η ζωντανή της παράσταση στη σκηνή γοήτευσε το κοινό και έδωσε ζωή στον χαρακτήρα.
Λεξικό Δέντρο
animatedly
reanimated
unanimated
animated
animate
anim



























