Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exuberant
01
ενθουσιώδης, γεμάτος ενέργεια
filled with lively energy and excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exuberant
συγκριτικός βαθμός
more exuberant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children's exuberant laughter echoed throughout the park as they played.
Το ζωηρό γέλιο των παιδιών ηχούσε σε όλο το πάρκο καθώς έπαιζαν.
02
αφθονώδης, πλούσια αναπτυσσόμενος
characterized by unusually rich or excessive growth or production
Παραδείγματα
The garden was filled with exuberant blooms in every color.
Ο κήπος ήταν γεμάτος με πλούσια λουλούδια σε κάθε χρώμα.
Λεξικό Δέντρο
exuberantly
exuberant
exuber



























