exuberant
Pronunciation
/ɪɡˈzubɝənt/

Ορισμός και σημασία του "exuberant"στα αγγλικά

01

ενθουσιώδης, γεμάτος ενέργεια

filled with lively energy and excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exuberant
συγκριτικός βαθμός
more exuberant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exuberant puppy bounded around the yard, chasing after anything that moved.
Το ενθουσιώδες κουτάβι πηδούσε γύρω από την αυλή, κυνηγώντας οτιδήποτε κινούνταν.
02

αφθονώδης, πλούσια αναπτυσσόμενος

characterized by unusually rich or excessive growth or production
Παραδείγματα
The artist 's brushstrokes suggested exuberant natural life.
Οι πινελιές του καλλιτέχνη υποδείκνυαν πλούσια φυσική ζωή.

Λεξικό Δέντρο

exuberantly
exuberant
exuber
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store