Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exposit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exposit
γ΄ ενικό πρόσωπο
exposits
ενεστώτα μετοχή
expositing
απλός αόριστος
exposited
παθητική μετοχή
exposited
Παραδείγματα
The scholar exposit the theory with careful references to historical texts.
Ο λόγιος εξηγεί τη θεωρία με προσεκτικές αναφορές σε ιστορικά κείμενα.
02
εξηγώ, λεπτομερίζω
add details, as to an account or idea; clarify the meaning of and discourse in a learned way, usually in writing
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
expositive
exposit



























