Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Expostulation
01
μέμψη, διαμαρτυρία
the action of strongly arguing, disapproving, or disagreeing with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
επίπληξη, διαμαρτυρία
an exclamation of protest or remonstrance or reproof
Λεξικό Δέντρο
expostulation
expostulate



























