to expostulate
ex
ˈɪks
ικσ
pos
pɒs
ποσ
tu
tjʊ
τγου
late
leɪt
λειτ

Ορισμός και σημασία του "expostulate"στα αγγλικά

to expostulate
01

επιπλήττω, διαμαρτύρομαι έντονα

to strongly argue, disapprove, or disagree with someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expostulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expostulates
ενεστώτα μετοχή
expostulating
απλός αόριστος
expostulated
παθητική μετοχή
expostulated
Παραδείγματα
Yesterday, I expostulated with my colleague about their unprofessional behavior. 

Χθες, διαφώνησα με τον συνάδελφό μου για την αντιεπαγγελματική του συμπεριφορά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

expostulation
expostulate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store