Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to expostulate
01
επιπλήττω, διαμαρτύρομαι έντονα
to strongly argue, disapprove, or disagree with someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
expostulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
expostulates
ενεστώτα μετοχή
expostulating
απλός αόριστος
expostulated
παθητική μετοχή
expostulated
Παραδείγματα
He is currently expostulating with the customer service representative over the poor quality of the product.
Αυτή τη στιγμή συζητά έντονα με τον εκπρόσωπο της εξυπηρέτησης πελατών για την κακή ποιότητα του προϊόντος.
Λεξικό Δέντρο
expostulation
expostulate



























