to exposit
ex
ˈɪks
iks
po
po
sit
zɪt
zit

Ορισμός και σημασία του "exposit"στα αγγλικά

to exposit
01

εξηγώ, περιγράφω λεπτομερώς

to explain or describe something in detail, often in a formal or structured way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exposit
γ΄ ενικό πρόσωπο
exposits
ενεστώτα μετοχή
expositing
απλός αόριστος
exposited
παθητική μετοχή
exposited
Παραδείγματα
The scholar exposit the theory with careful references to historical texts. 

Ο λόγιος εξηγεί τη θεωρία με προσεκτικές αναφορές σε ιστορικά κείμενα.

02

εξηγώ, λεπτομερίζω

add details, as to an account or idea; clarify the meaning of and discourse in a learned way, usually in writing 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

expositive
exposit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store