Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exposit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exposit
γ΄ ενικό πρόσωπο
exposits
ενεστώτα μετοχή
expositing
απλός αόριστος
exposited
παθητική μετοχή
exposited
Παραδείγματα
The documentary exposit the environmental issues affecting the region.
Το ντοκιμαντέρ εξηγεί τα περιβαλλοντικά ζητήματα που επηρεάζουν την περιοχή.
02
εξηγώ, λεπτομερίζω
add details, as to an account or idea; clarify the meaning of and discourse in a learned way, usually in writing
Λεξικό Δέντρο
expositive
exposit



























