Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhausted
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
feeling extremely tired physically or mentally, often due to a lack of sleep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exhausted
συγκριτικός βαθμός
more exhausted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt exhausted after working a double shift at the hospital.
Αισθάνθηκε εξαντλημένη μετά από εργασία σε διπλή βάρδια στο νοσοκομείο.
02
εξαντλημένος, κουρασμένος
having used up all available resources, supplies, or options
Παραδείγματα
The mine was closed after its resources were completely exhausted.
Το ορυχείο έκλεισε αφού οι πόροι του εξαντλήθηκαν πλήρως.
03
αδειωμένος, χωρίς αέρα
having all air or contents removed, creating a vacuum
Παραδείγματα
The experiment was conducted in an exhausted tube to observe sound behavior.
Το πείραμα πραγματοποιήθηκε σε έναν αποστραγγισμένο σωλήνα για να παρατηρηθεί η συμπεριφορά του ήχου.
Λεξικό Δέντρο
unexhausted
exhausted
exhaust



























