Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exhaustively
01
εξαντλητικά, με λεπτομέρεια
in a thorough and complete manner that covers every detail or aspect
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The investigation was conducted exhaustively to uncover all relevant information.
Η έρευνα διεξήχθη εξαντλητικά για να αποκαλυφθούν όλες οι σχετικές πληροφορίες.
Λεξικό Δέντρο
exhaustively
exhaustive
exhaust



























