excusable
ex
ˈɪks
iks
cu
kju:
kyoo
sa
ble
bəl
bēl
excitable

Ορισμός και σημασία του "excusable"στα αγγλικά

01

συγχωρητέος, δικαιολογημένος

having a reason or explanation that makes a mistake or fault understandable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excusable
συγκριτικός βαθμός
more excusable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, judgment, ethics
Παραδείγματα
His tardiness was excusable because of the heavy traffic caused by the storm. 

Η καθυστέρησή του ήταν συγχωρήσιμη λόγω της έντονης κυκλοφορίας που προκλήθηκε από τη θύελλα.

02

συγχωρητέος, δικαιολογημένος

able to be forgiven 
Παραδείγματα
His mistake was excusable, considering the challenging circumstances he faced. 

Το λάθος του ήταν συγχωρητέο, λαμβάνοντας υπόψη τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

excusably
inexcusable
excusable
excuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store