Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excusable
01
συγχωρητέος, δικαιολογημένος
having a reason or explanation that makes a mistake or fault understandable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most excusable
συγκριτικός βαθμός
more excusable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her anger was excusable given the unfair treatment she experienced.
Ο θυμός της ήταν συγχωρητέος δεδομένης της άδικης μεταχείρισης που βίωσε.
02
συγχωρητέος, δικαιολογημένος
able to be forgiven
Παραδείγματα
He argued that his actions were excusable, given the lack of guidance at the time.
Υποστήριξε ότι οι πράξεις του ήταν συγχωρήσιμες, δεδομένης της έλλειψης καθοδήγησης εκείνη την εποχή.
Λεξικό Δέντρο
excusably
inexcusable
excusable
excuse



























