Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excursus
01
παρέκβαση, απόκλιση
a digression or departure from the main topic
Παραδείγματα
His excursus on personal experience was engaging.
Η παρέκβασή του για την προσωπική εμπειρία ήταν συναρπαστική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
παρέκβαση, απόκλιση