Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excursus
01
παρέκβαση, απόκλιση
a digression or departure from the main topic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excursuses
Παραδείγματα
The professor's excursus on philosophy was insightful.
Το excursus του καθηγητή για τη φιλοσοφία ήταν διαυγές.



























