excursus
Pronunciation
/ɛkˈskɝsəs/

Ορισμός και σημασία του "excursus"στα αγγλικά

01

παρέκβαση, απόκλιση

a digression or departure from the main topic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excursuses
Παραδείγματα
His excursus on personal experience was engaging.
Η παρέκβασή του για την προσωπική εμπειρία ήταν συναρπαστική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store