excursus
ex
ˈɪks
ικσ
cur
kɜ:
κερ
sus
səs
σασ
thyrsusversus

Ορισμός και σημασία του "excursus"στα αγγλικά

01

παρέκβαση, απόκλιση

a digression or departure from the main topic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
excursuses
Παραδείγματα
The professor's excursus on philosophy was insightful. 

Το excursus του καθηγητή για τη φιλοσοφία ήταν διαυγές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store