Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to excoriate
01
αποδοκιμάζω σφοδρά, κριτικάρω δριμύτατα
to severely condemn through a harsh verbal criticism or attack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excoriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excoriates
ενεστώτα μετοχή
excoriating
απλός αόριστος
excoriated
παθητική μετοχή
excoriated
Παραδείγματα
In his blistering monologue, the pundit excoriated the politicians for their hypocrisy and lies.
Στον καυστικό του μονόλογο, ο ειδικός καταφέρθηκε στους πολιτικούς για την υποκρισία και τα ψέματά τους.
02
ξεφλουδίζω, γδέρνω
to damage or remove the skin by abrasion
Παραδείγματα
The rough rope excoriated his hands during the climb.
Το τραχύ σχοινί ξέσκισε τα χέρια του κατά την ανάβαση.
Λεξικό Δέντρο
excoriation
excoriate



























