to excoriate
ex
ˈɪks
iks
co
kɔ:
kaw
riate
ˌrieɪt
rieit

Ορισμός και σημασία του "excoriate"στα αγγλικά

to excoriate
01

αποδοκιμάζω σφοδρά, κριτικάρω δριμύτατα

to severely condemn through a harsh verbal criticism or attack 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excoriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excoriates
ενεστώτα μετοχή
excoriating
απλός αόριστος
excoriated
παθητική μετοχή
excoriated
Παραδείγματα
In his blistering monologue, the pundit excoriated the politicians for their hypocrisy and lies. 

Στον καυστικό του μονόλογο, ο ειδικός καταφέρθηκε στους πολιτικούς για την υποκρισία και τα ψέματά τους.

02

ξεφλουδίζω, γδέρνω

to damage or remove the skin by abrasion 
Παραδείγματα
The rough rope excoriated his hands during the climb. 

Το τραχύ σχοινί ξέσκισε τα χέρια του κατά την ανάβαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store