to excoriate
Pronunciation
/ɛkˈskɔɹiˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "excoriate"στα αγγλικά

to excoriate
01

αποδοκιμάζω σφοδρά, κριτικάρω δριμύτατα

to severely condemn through a harsh verbal criticism or attack
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
excoriate
γ΄ ενικό πρόσωπο
excoriates
ενεστώτα μετοχή
excoriating
απλός αόριστος
excoriated
παθητική μετοχή
excoriated
Παραδείγματα
By the end of the debate, he will have excoriated his opponent ’s arguments thoroughly.
Μέχρι το τέλος της συζήτησης, θα έχει κατακρίνει επιθετικά τα επιχειρήματα του αντιπάλου του.
02

ξεφλουδίζω, γδέρνω

to damage or remove the skin by abrasion
Παραδείγματα
The fall excoriated the skin on his elbows.
Η πτώση ξέσκισε το δέρμα στους αγκώνες του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store