Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
evidently
01
προφανώς, εμφανώς
in a way that is clearly seen, known, or understood
Παραδείγματα
The solution was evidently working, since the results improved immediately.
Η λύση προφανώς λειτουργούσε, αφού τα αποτελέσματα βελτιώθηκαν αμέσως.
Λεξικό Δέντρο
evidently
evident
evidence



























