Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to evict
01
εκκενώνω, απομακρύνω
to legally force someone to leave a property, often because they broke the rules of the rental agreement
Transitive: to evict a tenant or resident
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evict
γ΄ ενικό πρόσωπο
evicts
ενεστώτα μετοχή
evicting
απλός αόριστος
evicted
παθητική μετοχή
evicted
Παραδείγματα
The landlord had to evict the tenant for consistently failing to pay rent.
Ο ιδιοκτήτης έπρεπε να εκκενώσει τον ενοικιαστή για συνεχή μη πληρωμή του ενοικίου.



























