to evict
e
ɪ
ι
vict
ˈvɪkt
βικτ
edict

Ορισμός και σημασία του "evict"στα αγγλικά

to evict
01

εκκενώνω, απομακρύνω

to legally force someone to leave a property, often because they broke the rules of the rental agreement 
Transitive: to evict a tenant or resident
to evict definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
evict
γ΄ ενικό πρόσωπο
evicts
ενεστώτα μετοχή
evicting
απλός αόριστος
evicted
παθητική μετοχή
evicted
Παραδείγματα
The landlord had to evict the tenant for consistently failing to pay rent. 

Ο ιδιοκτήτης έπρεπε να εκκενώσει τον ενοικιαστή για συνεχή μη πληρωμή του ενοικίου.

02

απομακρύνω, εκδιώκω

to remove someone from a place by force 
Transitive: to evict sb
Παραδείγματα
The security team evicted the unruly fans from the concert venue. 

Η ομάδα ασφαλείας απέλασε τους απείθαρχους θαυμαστές από το χώρο του συναυλίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eviction
evict
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store