Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erroneously
01
λανθασμένα, ακατάλληλα
in an inaccurate or unsuitable way
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The data was erroneously entered into the system, leading to incorrect calculations.
Τα δεδομένα εισήχθησαν λανθασμένα στο σύστημα, οδηγώντας σε λανθασμένους υπολογισμούς.
Λεξικό Δέντρο
erroneously
erroneous
err



























