enunciation
e
ɪ
ι
nun
ˌnʌn
ναν
cia
ˈsɪeɪ
σιει
tion
ʃən
σαν
suppurationdehydrationtittivationstagflation

Ορισμός και σημασία του "enunciation"στα αγγλικά

01

έκφραση, αρθρωτική ομιλία

the clear pronunciation of words 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
enunciations

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

enunciation
enunciate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store