entrenched
ent
ˈɪnt
int
renched
rɛnʧt
rencht
clencheddrenchedbenched

Ορισμός και σημασία του "entrenched"στα αγγλικά

entrenched
01

ριζωμένος, εδραιωμένος

firmly established and resistant to change 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entrenched
συγκριτικός βαθμός
more entrenched
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attitude, society, stability
Παραδείγματα
The entrenched beliefs of the community made it challenging to introduce new customs. 

Οι ριζωμένες πεποιθήσεις της κοινότητας έκαναν δύσκολη την εισαγωγή νέων εθίμων.

02

εγκατεστημένος, ριζωμένος

dug in 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

entrenched
entrench
trench
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store