Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entropic
01
εντροπικός, σχετικός με την εντροπία
relating to or characteristic of entropy, which is a measure of disorder or randomness in a system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
physics, thermodynamics, systems
Παραδείγματα
The entropic nature of the universe implies that systems tend to move from ordered to disordered states.
Η εντροπική φύση του σύμπαντος υπονοεί ότι τα συστήματα τείνουν να κινούνται από διατεταγμένες σε αδιατάκτους καταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
entropic
tropic



























