Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entropic
01
εντροπικός, σχετικός με την εντροπία
relating to or characteristic of entropy, which is a measure of disorder or randomness in a system
Παραδείγματα
Social systems may exhibit entropic tendencies, leading to the breakdown of order and the emergence of chaos.
Τα κοινωνικά συστήματα μπορεί να παρουσιάζουν εντροπικές τάσεις, που οδηγούν στην κατάρρευση της τάξης και στην εμφάνιση του χάους.
Λεξικό Δέντρο
entropic
tropic



























