Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enjoin
01
διατάσσω, εντολή
to tell someone to do something by ordering or instructing them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
enjoins
ενεστώτα μετοχή
enjoining
απλός αόριστος
enjoined
παθητική μετοχή
enjoined
Παραδείγματα
The judge enjoined the defendant from contacting the plaintiff while the case was pending.
Ο δικαστής διέταξε τον κατηγορούμενο να μην επικοινωνήσει με τον ενάγοντα ενώ η υπόθεση ήταν εκκρεμής.
02
απαγορεύω, επιβάλλω δικαστική απαγόρευση
to forbid someone from doing something by legal order
Παραδείγματα
The court enjoined the company from continuing its operations in the protected area.
Το δικαστήριο απαγόρευσε στην εταιρεία να συνεχίσει τις εργασίες της στην προστατευόμενη περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
enjoining
enjoinment
enjoin



























