Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enjoin
01
διατάσσω, εντολή
to tell someone to do something by ordering or instructing them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enjoin
γ΄ ενικό πρόσωπο
enjoins
ενεστώτα μετοχή
enjoining
απλός αόριστος
enjoined
παθητική μετοχή
enjoined
Παραδείγματα
The law enjoins drivers to obey all traffic signs and signals for the safety of themselves and others.
Ο νόμος διατάσσει τους οδηγούς να υπακούουν σε όλες τις πινακίδες και σήματα κυκλοφορίας για την ασφάλεια τους και των άλλων.
02
απαγορεύω, επιβάλλω δικαστική απαγόρευση
to forbid someone from doing something by legal order
Παραδείγματα
The city council enjoined property owners from making unauthorized structural changes.
Το δημοτικό συμβούλιο απαγόρευσε στους ιδιοκτήτες ακινήτων να κάνουν μη εξουσιοδοτημένες δομικές αλλαγές.
Λεξικό Δέντρο
enjoining
enjoinment
enjoin



























