enforced
en
ɛn
en
forced
ˈfɔ:st
fawst
divorcedreinforcedforcedhorst

Ορισμός και σημασία του "enforced"στα αγγλικά

01

επιβαλλόμενος, εφαρμοσμένος

imposed or carried out by force or authority 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enforced
συγκριτικός βαθμός
more enforced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city remained under enforced curfew after the protests. 

Η πόλη παρέμεινε υπό επιβληθείσα απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τις διαδηλώσεις.

Λεξικό Δέντρο

unenforced
enforced
forced
force
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store