enforcement
en
ɪn
in
for
ˈfɔ:
faw
cement
smənt
smēnt
endorsementreinforcement

Ορισμός και σημασία του "enforcement"στα αγγλικά

01

εφαρμογή, εκτέλεση

the action of making people obey a law or regulation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The police department is responsible for the enforcement of traffic laws in the city. 

Το αστυνομικό τμήμα είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή των κυκλοφοριακών νόμων στην πόλη.

Λεξικό Δέντρο

enforcement
enforce
force
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store