enforced
Pronunciation
/ɛnˈfɔɹst/

Ορισμός και σημασία του "enforced"στα αγγλικά

01

επιβαλλόμενος, εφαρμοσμένος

imposed or carried out by force or authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enforced
συγκριτικός βαθμός
more enforced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After the scandal, the politician lived in enforced isolation.
Μετά το σκάνδαλο, ο πολιτικός έζησε σε επιβαλλόμενη απομόνωση.

Λεξικό Δέντρο

unenforced
enforced
forced
force
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store