Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encouraging
01
ενθαρρυντικός, παρακινητικός
giving someone hope, confidence, or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most encouraging
συγκριτικός βαθμός
more encouraging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach's encouraging words helped the team stay focused after their loss.
Οι ενθαρρυντικές λέξεις του προπονητή βοήθησαν την ομάδα να παραμείνει συγκεντρωμένη μετά την ήττα της.
02
ενθαρρυντικός, υποσχόμενος
showing signs of likely success or improvement
Παραδείγματα
The early reviews of the film were encouraging, hinting at a box office success.
Οι πρώτες κριτικές της ταινίας ήταν ενθαρρυντικές, υποδηλώνοντας εισπρακτική επιτυχία.
Λεξικό Δέντρο
encouragingly
unencouraging
encouraging
encourage



























