Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encouraging
01
ενθαρρυντικός, παρακινητικός
giving someone hope, confidence, or support
Παραδείγματα
An encouraging letter from her mentor gave her the strength to keep going.
Ένα ενθαρρυντικό γράμμα από τον μέντορά της της έδωσε τη δύναμη να συνεχίσει.
02
ενθαρρυντικός, υποσχόμενος
showing signs of likely success or improvement
Παραδείγματα
The experiment gave encouraging results, prompting further research.
Το πείραμα έδωσε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, προκαλώντας περαιτέρω έρευνα.
Λεξικό Δέντρο
encouragingly
unencouraging
encouraging
encourage



























