Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartening
01
ενθαρρυντικός, γεμάτος ελπίδα
providing encouragement or making someone feel more positive or hopeful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartening
συγκριτικός βαθμός
more heartening
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, support, psychology
Παραδείγματα
The heartening support from her friends helped her get through the tough times.
Η ενθαρρυντική υποστήριξη των φίλων της τη βοήθησε να περάσει τις δύσκολες στιγμές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
heartening
hearten



























