Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heartbreak
01
θλίψη, λύπη
a feeling of great distress or sadness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heartbreaks
Παραδείγματα
Losing the championship match in the final seconds was a heartbreaking moment for the team and their fans alike.
Η ήττα στον αγώνα πρωταθλήματος τα τελευταία δευτερόλεπτα ήταν μια θλιβερή στιγμή για την ομάδα και τους φιλάθλους της.
Λεξικό Δέντρο
heartbreak
heart
break



























