heartbreak
heart
hɑ:rt
χαρτ
break
breɪk
μπρεικ
/ˈhɑːtbreɪk/

Ορισμός και σημασία του "heartbreak"στα αγγλικά

01

θλίψη, λύπη

a feeling of great distress or sadness
heartbreak definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heartbreaks
Παραδείγματα
Losing the championship match in the final seconds was a heartbreaking moment for the team and their fans alike.
Η ήττα στον αγώνα πρωταθλήματος τα τελευταία δευτερόλεπτα ήταν μια θλιβερή στιγμή για την ομάδα και τους φιλάθλους της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store