Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heartening
01
ενθαρρυντικός, γεμάτος ελπίδα
providing encouragement or making someone feel more positive or hopeful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heartening
συγκριτικός βαθμός
more heartening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heartening gesture of the volunteers brought hope to the community.
Η ενθαρρυντική χειρονομία των εθελοντών έφερε ελπίδα στην κοινότητα.
Λεξικό Δέντρο
heartening
hearten



























