motivating
mo
ˈməʊ
mew
ti
ti
va
veɪ
vei
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "motivating"στα αγγλικά

motivating
01

παρακινητικός, ενθαρρυντικός

encouraging action or effort by providing energy, drive, or enthusiasm 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most motivating
συγκριτικός βαθμός
more motivating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, behavior, communication
Παραδείγματα
His motivating speech before the race pushed the athletes to do their best. 

Ο ενθαρρυντικός του λόγος πριν από τον αγώνα ώθησε τους αθλητές να δώσουν το καλύτερο από αυτούς.

01

κίνητρο, ενθάρρυνση

the act of motivating; providing incentive 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
motivatings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

motivating
motivate
motiv
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store