Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
motivating
01
παρακινητικός, ενθαρρυντικός
encouraging action or effort by providing energy, drive, or enthusiasm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most motivating
συγκριτικός βαθμός
more motivating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His motivating efforts at work led the team to achieve their goals faster than expected.
Οι ενθαρρυντικές προσπάθειές του στην εργασία οδήγησαν την ομάδα να επιτύχει τους στόχους της γρηγορότερα από το αναμενόμενο.
Motivating
01
κίνητρο, ενθάρρυνση
the act of motivating; providing incentive
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motivatings
Λεξικό Δέντρο
motivating
motivate
motiv



























