Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motivation
01
κίνητρο, παρακίνηση
the driving force or reason behind someone's actions, behaviors, or desires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motivations
Παραδείγματα
His motivation for starting his own business stemmed from a desire for independence.
Το κίνητρο του για να ξεκινήσει τη δική του επιχείρηση προέκυψε από την επιθυμία για ανεξαρτησία.
02
κίνητρο
the act of motivating; providing incentive
03
κίνητρο
the condition of being motivated
Λεξικό Δέντρο
motivational
motivation
motivate
motiv



























