Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Motivator
01
κινητήριος δύναμη, πηγή κινήτρων
a person or thing that provides motivation or encouragement to someone to complete a task, achieve a goal, or make a positive change
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
motivators
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
motivator
motivate
motiv



























