Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empirical
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
science, knowledge, methodology
Παραδείγματα
The scientist relied on empirical data to support her hypothesis about climate change.
Ο επιστήμονας βασίστηκε σε εμπειρικά δεδομένα για να υποστηρίξει την υπόθεσή του για την κλιματική αλλαγή.
02
εμπειρικός, μη επαληθευμένος
relying on unverified or dubious medical practices
Παραδείγματα
The treatment was purely empirical, with no scientific basis.
Η θεραπεία ήταν καθαρά εμπειρική, χωρίς επιστημονική βάση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
empirically
semiempirical
empirical
empiric
empire



























