employed
emp
ˈɪmp
imp
loyed
lɔɪd
loyd
destroyeddiscoidoverjoyedsteroid

Ορισμός και σημασία του "employed"στα αγγλικά

01

απασχολούμενος, εργαζόμενος

having a job or being currently working for someone or a company 
employed definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most employed
συγκριτικός βαθμός
more employed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, status, economy
02

απασχολημένος, χρησιμοποιημένος

put to use 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

underemployed
unemployed
employed
employ
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store