Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Employer
01
εργοδότης, αφεντικό
a person or organization that hires and pays individuals for a variety of jobs
Παραδείγματα
The employer conducted background checks and interviews to ensure they hired qualified candidates for the job.
Ο εργοδότης πραγματοποίησε ελέγχους ιστορικού και συνεντεύξεις για να διασφαλίσει ότι προσέλαβε κατάλληλους υποψήφιους για τη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
employer
employ



























